Η βιταμίνη D παίζει καθοριστικό ρόλο στην υγεία των οστών. Παράλληλα, συμμετέχει σε πολλές ακόμη σημαντικές λειτουργίες του οργανισμού.
Η βιταμίνη D είναι απαραίτητη για την απορρόφηση του ασβεστίου και του φωσφόρου, δύο ιχνοστοιχείων που συμβάλλουν στην ανάπτυξη και διατήρηση ενός υγιούς σκελετού(1).
Χωρίς επαρκή επίπεδα βιταμίνης D, ο οργανισμός μπορεί να απορροφήσει μόνο το 10-15% του ασβεστίου που προσλαμβάνεται μέσω της διατροφής(2).
Εκτός από τα οστά, η βιταμίνη D συμβάλλει και στη φυσιολογική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Τα τελευταία χρόνια προκύπτουν συνεχώς δεδομένα που δείχνουν ότι ο ρόλος της βιταμίνης D δεν περιορίζεται μόνο στο μυοσκελετικό σύστημα, αλλά συνδέεται και με πολλαπλές λειτουργίες του οργανισμού.
Η βιταμίνη D συμβάλλει στη φυσιολογική ανάπτυξη και διαφοροποίηση των κυττάρων και στη σωστή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Επιπλέον, υποστηρίζει την υγεία της καρδιάς και των αγγείων(4).
Χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο για διάφορες καταστάσεις, όπως καρδιαγγειακά νοσήματα, ορισμένους τύπους καρκίνου, αυτοάνοσα νοσήματα (π.χ. σκλήρυνση κατά πλάκας, διαβήτη τύπου 1) και παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος, όπως άσθμα και χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ).
Η βιταμίνη D φαίνεται επίσης να παίζει ρόλο στην καλύτερη θωράκιση/άμυνα του οργανισμού απέναντι σε λοιμώξεις, όπως η γρίπη και ο COVID-19(1).
Σύμφωνα με την Ελληνική Ενδοκρινολογική Εταιρεία:
DRD/DPM/WBC/03_2026/03